
Βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, μια εποχή ιδιαίτερα αγαπημένη για τους περισσότερους από εμάς, η οποία όμως κρύβει έναν σοβαρό κίνδυνο. Είναι αυτή η περίοδος του χρόνου κατά την οποία λόγω της θέσης της γης ως προς τον ήλιο οι ώρες ηλιοφάνειας αυξάνονται όπως και η ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας, η οποία οδηγεί σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Για να ανταπεξέλθουμε στη ζέστη των ημερών επιλέγουμε ένα πιο ελαφρύ ντύσιμο με αποτέλεσμα ένα μέρος του σώματος μας να βρίσκεται εκτεθειμένο στον ήλιο, ο οποίος αν και θεωρείται ίσως ο βασικότερος παράγοντας για τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη μας, αποτελεί παράλληλα και την κύρια αιτία πρόκλησης σοβαρών ασθενειών του δέρματος, με σημαντικότερη αυτή του καρκίνου του δέρματος.

Η επιβλαβής αυτή επίδραση οφείλεται στο γεγονός ότι πέρα από το φως, από τον ήλιο λαμβάνουμε και μια άλλου είδους ακτινοβολία την οποία σε αντίθεση με το φως, δεν μπορούμε να τη δούμε αλλά μπορούμε να την αισθανθούμε. Πρόκειται για την υπεριώδη ακτινοβολία (UV, Ultraviolet) και είναι αυτή στην οποία οφείλεται αποκλειστικά το μαύρισμα του δέρματος τους καλοκαιρινούς μήνες. Διακρίνεται σε τρείς υποκατηγορίες, την υπεριώδη ακτινοβολία Α (UVA), την υπεριώδη ακτινοβολία Β (UVB) και την υπεριώδη ακτινοβολία C (UVC), κάθε μια από τις οποίες παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά και επιδρά με διαφορετικό τρόπο στο σώμα μας. Η υπεριώδης ακτινοβολία αν και είναι απαραίτητη για τη σύνθεση της βιταμίνης D από τον οργανισμό μας, έχει χαρακτηριστεί από τον Διεθνή Οργανισμό Ερευνών για τον Καρκίνο (IARC) ως καρκινογόνος παράγοντας για τον άνθρωπο.
Η UVB ακτινοβολία είναι αυτή που ευθύνεται κυρίως για την πρόκληση του ηλιακού εγκαύματος, το οποίο μπορεί να είναι από ένα απλό κοκκίνισμα έως και ένα σοβαρό οίδημα, με φουσκάλες και έντονο πόνο στο σημείο. Δεν μπορεί να εισχωρήσει αρκετά στο δέρμα και έτσι οι βλάβες που προκαλεί είναι περισσότερο επιφανειακές. Φιλτράρεται ευκολότερα σε σχέση με τη UVA, ακόμα και από το γυαλί, και είναι αυτή την οποία στόχευαν αρχικά τα αντιηλιακά προϊόντα. Η UVA ακτινοβολία η οποία αποτελεί το 95% της υπεριώδους ακτινοβολίας που φτάνει από τον ήλιο, έχει τη δυνατότητα να εισχωρεί βαθύτερα στο δέρμα προκαλώντας βλάβες μακράς διάρκειας, όπως η γήρανση του δέρματος και η δημιουργία ρυτίδων. Σε αντίθεση με τη UVB, δεν φιλτράρεται από το γυαλί αλλά ούτε και από τα σύννεφα. Έτσι, ακόμα και μια συννεφιασμένη μέρα, παρόλο που αισθανόμαστε περισσότερο προστατευμένοι, το δέρμα μας θα λάβει ένα σημαντικό μέρος της ακτινοβολίας (UVA) που φτάνει από τον ήλιο. Συμβάλλει και αυτή στην πρόκληση εγκαύματος αλλά σε αρκετά μικρότερο βαθμό σε σχέση με τη UVB. Η UVC ακτινοβολία αν και αποτελεί την υποκατηγορία εκείνη με την υψηλότερη ενέργεια, γεγονός που την καθιστά την περισσότερο επικίνδυνη, για καλή μας τύχη, φιλτράρεται στο σύνολο της από το όζον που βρίσκεται στην ατμόσφαιρα, μένοντας μακριά από την επιφάνεια της γης.
Δυστυχώς, οι αρνητικές συνέπειες για την υγεία μας δεν σταματούν στα παραπάνω. Οι σοβαρότερες βλάβες που συμβαίνουν εκείνη τη στιγμή στο δέρμα μας οφείλονται στη δυνατότητα που έχει η υπεριώδης ακτινοβολία να προκαλεί μεταλλάξεις στο DNA των κυττάρων του δέρματος, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω ενός μηχανισμού δημιουργίας ελευθέρων ριζών. Μεταλλάξεις που μπορούν να οδηγήσουν μέχρι και στην εμφάνιση διαφόρων τύπων καρκίνου του δέρματος, μεταξύ των οποίων και το μελάνωμα, ένας ιδιαίτερα επικίνδυνος τύπος καρκίνου αφού μπορεί εύκολα να κάνει μετάσταση και σε άλλα όργανα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπολογίζονται περισσότερα από 100.000 νέα περιστατικά μελανώματος κάθε χρόνο ενώ σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για το 2018, το μελάνωμα στην Ελλάδα αποτέλεσε τον ενδέκατο σε συχνότητα τύπο καρκίνου με 1.664 νέες περιπτώσεις.
Για να προστατευθούμε λοιπόν από όλες αυτές τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει στην υγεία μας η παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο, αρκεί να ακολουθήσουμε ορισμένες εύκολες στην εφαρμογή τους οδηγίες
Με τον όρο αντιηλιακά σκευάσματα, ουσιαστικά εννοούμε τα καλλυντικά προϊόντα τα οποία περιέχουν χημικές ενώσεις οι οποίες αλληλεπιδρούν με την υπεριώδη ακτινοβολία. Οι χημικές αυτές ενώσεις διακρίνονται σε δύο κατηγορίες βάσει του μηχανισμού δράσης τους. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ανόργανες χημικές ενώσεις όπως το διοξείδιο του τιτανίου και το οξείδιο του ψευδαργύρου οι οποίες αντανακλούν την ακτινοβολία και δεν της επιτρέπουν να απορροφηθεί από το δέρμα ενώ στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οργανικές ενώσεις όπως η αβοβενζόνη, οι οποίες απορροφούν την ακτινοβολία και τη μετατρέπουν σε θερμότητα πριν αυτή απορροφηθεί από το δέρμα.
Τα αντιηλιακά σκευάσματα τα συναντάμε σε διάφορες μορφές, για κάθε μια από τις οποίες υπάρχει ένας ενδεδειγμένος τρόπος χρήσης. Οι κρέμες λόγω της υψηλής λιπαρότητας τους είναι προτιμότερες για ξηρούς τύπους δέρματος καθώς θωρακίζουν το δέρμα και το διατηρούν καλύτερα ενυδατωμένο. Οι λοσιόν, οι οποίες είναι περισσότερο ρευστές από τις κρέμες λόγω του υψηλότερο υδατικού περιεχομένου τους, προτιμώνται για την κάλυψη μεγάλων επιφανειών σώματος. Τα σπρέι αν και είναι τα ευκολότερα στην εφαρμογή τους και για αυτό προτιμώνται για τη χρήση σε παιδιά, έχουν το μειονέκτημα ότι δεν μπορεί να υπολογιστεί εύκολα η ποσότητα που εφαρμόζεται. Αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί αν αντί για την απευθείας εφαρμογή στο σώμα, ψεκάσουμε πρώτα την επιθυμητή ποσότητα στο χέρι μας και την απλώσουμε στη συνέχεια στα σημεία που θέλουμε.
Σύμφωνα με το Ίδρυμα για τον Καρκίνο του Δέρματος (Skin Cancer Foundation) η ενδεδειγμένη ποσότητα που πρέπει να εφαρμόζεται κάθε φορά στο σώμα είναι περίπου 28 γραμμάρια, ποσότητα που αντιστοιχεί σε ένα γεμάτο σφηνοπότηρο (!), 30 λεπτά πριν από την έκθεση μας στον ήλιο, κάθε δύο ώρες. Επειδή τα αντιηλιακά σκευάσματα δεν μπορούν να θεωρηθούν αδιάβροχα, θα πρέπει μετά το κολύμπι ή μετά από έντονη εφίδρωση, να εφαρμόζονται εκ νέου. Για καθημερινές, συνηθισμένες δραστηριότητες όπως μια βόλτα με το σκύλο ή κατά τη μετάβαση στην εργασία μας, η χρήση αντιηλιακών με δείκτη προστασίας 15 – 20 μπορεί να έχει ικανοποιητικά αποτελέσματα, ενώ για δραστηριότητες όπως το μπάνιο στη θάλασσα ή η πολύωρη άθληση σε εξωτερικό χώρο, κατά τις οποίες ο χρόνος έκθεσης στον ήλιο αυξάνεται σημαντικά, απαιτείται δείκτης προστασίας τουλάχιστον 30. Ο δείκτης προστασίας (SPF, Sun Protection Factor) που συναντάμε στα διάφορα αντιηλιακά προϊόντα αναφέρεται αποκλειστικά στην προστασία που παρέχει το προϊόν έναντι στη UVB ακτινοβολία, η οποία είναι η κυρίως υπεύθυνη για το “κάψιμο” του δέρματος, και ουσιαστικά δηλώνει κατά πόσες φορές αυξάνεται το χρονικό διάστημα που απαιτείται ώστε να κοκκινίσει το δέρμα. Για παράδειγμα, αν για έναν τύπο δέρματος απαιτούνται 10 λεπτά έκθεσης στον ήλιο ώστε να κοκκινίσει, με τη χρήση ενός αντιηλιακού με δείκτη προστασίας 30, ο χρόνος αυτός αυξάνεται κατά 30 φορές, δηλαδή φτάνει στις 5 ώρες. Για ολοκληρωμένη προστασία θα πρέπει να επιλέγουμε προϊόντα ευρέως φάσματος (Broad Spectrum) τα οποία είναι αποτελεσματικά εκτός από τη UVB, και απέναντι στη UVA ακτινοβολία, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της υπεριώδους ακτινοβολίας που λαμβάνουμε από τον ήλιο.

Αντιηλιακά σκευάσματα στα οποία δηλώνεται τόσο ο δείκτης προστασίας (SPF), ο οποίος αναφέρεται στη UVB ακτινοβολία, όσο και η επιπλέον προστασία από τη UVA ακτινοβολία.
Τέλος, δεν πρέπει να παραμελούμε να χρησιμοποιούμε αντιηλιακό ακόμα κι όταν σκοπεύουμε να παραμείνουμε σε σκιά αφού ένα σημαντικό μέρος της υπεριώδους ακτινοβολίας συνεχίζει να φτάνει σε εμάς μέσω της αντανάκλασης σε αντικείμενα και υλικά που μας περιβάλουν. Η άμμος είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στο να αντανακλά την υπεριώδη ακτινοβολία και αυτός είναι ο λόγος εξαιτίας του οποίου μπορούν να προκληθούν εγκαύματα ακόμα κι όταν βρισκόμαστε κάτω από ομπρέλα, αν δεν πάρουμε επιπλέον προστατευτικά μέτρα.
Τσαχουρίδης Στέφανος
Χημικός, MSc
Υπεύθυνος Ποιοτικού Ελέγχου, Δ/νση Υγιεινής Εγκαταστάσεων & Ασφάλειας Τροφίμων Διαμαντής Μασούτης Α.Ε.



