
Μακροθρεπτικά και Μικροθρεπτικά Συστατικά
Είναι ευρέως γνωστό πως οι απαιτήσεις του οργανισμού μας δεν είναι ίδιες για κάθε θρεπτικό συστατικό. Για παράδειγμα, σε μια δίαιτα 2000 θερμίδων για έναν μέσο ενήλικα, οι ημερήσιες απαιτήσεις σε υδατάνθρακες κυμαίνονται γύρω στα 260 γραμμάρια (g) ενώ σε σίδηρο είναι μόλις 14 χιλιοστόγραμμα (mg). Βάσει λοιπόν των ποσοτήτων που απαιτούνται από τον οργανισμό μας αλλά και των ποσοτήτων που συναντώνται στις τροφές, τα θρεπτικά συστατικά διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Στα μακροθρεπτικά και στα μικροθρεπτικά συστατικά.
Μακροθρεπτικά συστατικά
Τα μακροθρεπτικά συστατικά χρησιμοποιούνται ως δομικά συστατικά του οργανισμού μας, συμμετέχουν στα διάφορα στάδια του μεταβολισμού μας και παρέχουν την ενέργεια που απαιτείται. Ποσοτικά, αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος στις τροφές που καταναλώνουμε.
Υδατάνθρακες: Οι υδατάνθρακες αποτελούν την κύρια πηγή ενέργειας του σώματος μας. Διακρίνονται σε τρείς κατηγορίες. Στους απλούς υδατάνθρακες όπως οι μονοσακχαρίτες (φρουκτόζη, γλυκόζη) και οι δισακχαρίτες (σακχαρόζη, λακτόζη), στους σύνθετους όπως οι ολιγοσακχαρίτες (μαλτοδεξτρίνες), οι πολυόλες (μαλτιτόλη, σορβιτόλη) και οι αμυλούχοι και μη αμυλούχοι πολυσακχαρίτες (άμυλο, αμυλοπηκτίνη, κυτταρίνη, β-γλυκάνη), και τέλος στις εδώδιμες ή φυτικές ίνες.
Οι υδατάνθρακες, εκτός από τις εδώδιμες ίνες, κατά τη διάρκεια τις χώνεψης διασπώνται στον απλό μονοσακχαρίτη γλυκόζη, ένα μέρος του οποίου μέσω της κυκλοφορίας του αίματος μεταφέρεται σε όλο το σώμα και με τη βοήθεια της ινσουλίνης εισέρχεται στα κύτταρα για να χρησιμοποιηθεί για τις διάφορες κυτταρικές λειτουργίες, ενώ το υπόλοιπό αποθηκεύεται στο συκώτι και στους μύες ως γλυκογόνο για να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη μελλοντικών ενεργειακών αναγκών του οργανισμού. Από την άλλη, οι εδώδιμες ίνες παρόλο που είναι άπεπτες, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ορθή λειτουργία του εντέρου ενώ φαίνεται να μας προστατεύουν από την παχυσαρκία, από την αυξημένη χοληστερίνη και τον διαβήτη τύπου 2.
Κυριότερες πηγές υδατανθράκων θεωρούνται τα φρούτα, τα λαχανικά, τα δημητριακά, τα όσπρια, οι ξηροί καρποί, το γάλα και διάφοροι σπόροι όπως η κινόα. Επίσης, τροφές που περιέχουν ζάχαρη (σακχαρόζη) αποτελούν πηγή υδατάνθρακα, παρόλα αυτά η πρόσληψη υδατανθράκων είναι προτιμότερο να γίνεται από ανεπεξέργαστες τροφές ή τροφές ολικής άλεσης καθώς εκτός από την πλειάδα σύνθετων υδατανθράκων και εδώδιμων ινών, περιέχουν και σημαντικές ποσότητες βιταμινών, ιχνοστοιχείων και φυτοθρεπτικών συστατικών.
Πρωτεΐνες: Οι πρωτεΐνες αποτελούν ένα κύριο δομικό και λειτουργικό συστατικό κάθε ζωντανού οργανισμού καθώς συμμετέχουν τόσο στη διαμόρφωση του όσο και στην λειτουργία του. Συναντώνται είτε με τη μορφή ενζύμων, τα οποία καταλύουν το μεγαλύτερο μέρος των χημικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα, είτε με τη μορφή άλλων μορίων όπως για παράδειγμα αυτό της αιμογλοβίνης που μέσω του αίματος μεταφέρει το οξυγόνο σε κάθε σημείο του σώματος ή των αντισωμάτων τα οποία παράγονται από το ανοσοποιητικό μας σύστημα για την αντιμετώπιση των επιβλαβών μικροοργανισμών. Ένα μικρό ποσοστό πρωτεΐνης 10-15% μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την κάλυψη ενεργειακών αναγκών.
Οι πρωτεΐνες αποτελούνται αποκλειστικά από αμινοξέα. 20 διαφορετικά αμινοξέα απαιτούνται για τη σύνθεση όλων των πρωτεϊνών που υπάρχουν στο σώμα μας, εκ των οποίων μόνο τα 11 μπορούν να συντεθούν από τον οργανισμό μας. Τα υπόλοιπα 9 πρέπει να λαμβάνονται από τις τροφές έτσι ώστε να μπορεί να πραγματοποιείται η σύνθεση νέων πρωτεϊνών, διαδικασία που είναι απαραίτητη τόσο για την ανάπτυξη μας όσο και για την επιδιόρθωση ιστών που έχουν υποστεί βλάβες. Βάσει αυτού του χαρακτηριστικού, αν δηλαδή περιέχουν τα 9 απαραίτητα αμινοξέα, οι πρωτεΐνες χωρίζονται σε υψηλής και χαμηλής βιολογικής αξίας.
Πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας συναντάμε αποκλειστικά σε τροφές ζωικής προέλευσης (με εξαίρεση τη σόγια) όπως το κρέας, τα γαλακτοκομικά και τα αυγά, ενώ οι φυτικές τροφές όπως οι ξηροί καρποί, τα όσπρια και τα δημητριακά παρόλο που έχουν σημαντικό πρωτεϊνικό περιεχόμενο, αυτό είναι χαμηλής βιολογικής αξίας. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όταν καταναλώνουμε φυτικές τροφές θα πρέπει να κάνουμε συνδυασμούς διαφορετικών κατηγοριών τροφίμων, όπως για παράδειγμα όσπρια με δημητριακά, ώστε να δημιουργούμε ένα όσο το δυνατόν πληρέστερο γεύμα ως προς την περιεκτικότητα και την ποιότητα των πρωτεϊνών.

Λίπη: Τα λίπη αποτελούν το πλέον παρεξηγημένο θρεπτικό συστατικό καθώς στο μυαλό μας έχουν συνδεθεί με παθολογικές καταστάσεις όπως η παχυσαρκία και τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Αν και η υπερβολική κατανάλωση τους οδηγεί σε τέτοιου είδους προβλήματα, τα λίπη αποτελούν έναν απαραίτητο παράγοντα για την ορθή λειτουργία του οργανισμού μας. Συμμετέχουν σε πάρα πολλές σημαντικές διεργασίες, αποτελούν συστατικό των κυτταρικών μεμβρανών και των ορμονών, είναι απαραίτητα για την απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών ενώ επίσης χρησιμοποιούνται και ως η κύρια αποθήκη ενέργειας του οργανισμού.
Βασική δομική μονάδα των λιπών αποτελούν τα λιπαρά οξέα. Τα περισσότερα από αυτά μπορούν να συντεθούν από τον οργανισμό μας, εκτός από δύο, τα λεγόμενα απαραίτητα λιπαρά οξέα, τα οποία πρέπει να προσλαμβάνονται με την τροφή. Πρόκειται για τα πολυακόρεστα α-λινολενικό οξύ, το οποίο είναι ένα ω-3 λιπαρό οξύ, και λινολεϊκό οξύ, το οποίο ανήκει στην κατηγορία των ω-6 λιπαρών οξέων.
Τα λίπη χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, τα κορεσμένα και τα ακόρεστα (μονοακόρεστα και πολυακόρεστα). Ζωικές τροφές όπως το κόκκινο κρέας, τα πουλερικά και τα γαλακτοκομικά ή φυτικές όπως το φοινικέλαιο, είναι πλούσιες σε κορεσμένα λιπαρά για αυτό η κατανάλωση τους θα πρέπει να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα καθώς αυτή η κατηγορία λιπαρών συμβάλλει σημαντικά στην ανάπτυξη σοβαρών καρδιαγγειακών παθήσεων. Για αυτόν τον λόγο θα πρέπει να φροντίζουμε ώστε η διατροφή μας να αποτελείται κυρίως από ακόρεστα λιπαρά τα οποία συναντώνται σε μεγάλο ποσοστό σε τροφές όπως τα ψάρια, τα διάφορα φυτικά έλαια όπως το ελαιόλαδο και τα σπορέλαια, οι ξηροί καρποί και οι διάφοροι σπόροι όπως ο λιναρόσπορος, το σουσάμι, και τα προϊόντα τους (λινέλαιο, ταχίνι).
Μικροθρεπτικά συστατικά
Τα μικροθρεπτικά συστατικά αποτελούν συστατικά τα οποία απαιτούνται σε μικρές ποσότητες και παρόλο που, σε αντίθεση με τα μακροθρεπτικά, δεν αποδίδουν ενέργεια, πολλά από αυτά συμμετέχουν στις διαδικασίες παραγωγής της όπως και σε πολλές άλλες διεργασίες ζωτικής σημασίας.
Βιταμίνες: Οι βιταμίνες αποτελούν ενώσεις οι οποίες απαιτούνται σε μικρές ποσότητες και είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση πολλών λειτουργιών του οργανισμού μας. Εκτός από τη βιταμίνη D η οποία μπορεί να συντεθεί με τη βοήθεια της ηλιακής ακτινοβολίας, και τη νιασίνη, όλες οι υπόλοιπες βιταμίνες πρέπει να λαμβάνονται με την τροφή. Χωρίζονται σε δύο κατηγορίες
Τις λιποδιαλυτές:
Τις υδατοδιαλυτές:
Μέταλλα και ιχνοστοιχεία: Πρόκειται για ανόργανα στοιχεία τα οποία, όπως και οι βιταμίνες, απαιτούνται σε μικρές ποσότητες και συμμετέχουν σε πολλές λειτουργίες όπως στο σχηματισμό των οστών και των δοντιών, ως συστατικά των σωματικών υγρών, το ιστών αλλά και πολλών ενζυμικών συστημάτων ενώ συμβάλλουν και στη φυσιολογική λειτουργία του νευρικού συστήματος. Κάποια απαιτούνται σε μεγαλύτερες ποσότητες, όπως το νάτριο, το ασβέστιο, ο φώσφορος, το μαγνήσιο και το κάλιο ενώ άλλα όπως ο σίδηρος, ο ψευδάργυρος, το ιώδιο, το φθόριο το σελήνιο και ο χαλκός, σε μικρότερες (ιχνοστοιχεία), χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την σπουδαιότητα τους.
Σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρούνται ανεπάρκειες σε ορισμένα από αυτά τα μικροθρεπτικά συστατικά και αυτό κάποιες φορές μπορεί να συμβαίνει ακόμα και αν καταναλώνονται τρόφιμα στα οποία περιέχονται. Η κατάσταση αυτή οφείλεται στη βιοδιαθεσιμότητα κάθε στοιχείου, δηλαδή στο πόσο εύκολα μπορεί να απορροφηθεί από τον οργανισμό από τον οποίο λαμβάνεται, και επηρεάζεται αρκετά από το συνδυασμό των τροφίμων που επιλέγουμε να καταναλώσουμε. Για παράδειγμα, το φυτικό οξύ το οποίο συναντάται κυρίως στα αναποφλοίωτα δημητριακά και στα όσπρια, μπορεί να παρεμποδίσει την απορρόφηση του σιδήρου, του ασβεστίου και του μαγνησίου, ενώ τα νιτρικά έχουν τη δυνατότητα να παρεμποδίζουν την απορρόφηση του ιωδίου. Επίσης, τo σπανάκι παρόλο που περιέχει υψηλή ποσότητα ασβεστίου, λόγω της ταυτόχρονης παρουσίας οξαλικών, δεν μπορεί να απορροφηθεί από τον οργανισμό μας. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και όταν ένα στοιχείο βρίσκεται σε αρκετά μεγαλύτερη συγκέντρωση από κάποιο άλλο, με αποτέλεσμα τη μείωση της απορρόφησης του δεύτερου. Για την αύξηση της πρόσληψης του σιδήρου από φυτικές πηγές (μη αιμικός σίδηρος), συνδυάζουμε με μια πηγή βιταμίνης C (λεμόνι, πορτοκάλι, πιπεριές κ.α.).
Παρακάτω δίνονται οι κυριότερες πηγές ορισμένων από τα εν λόγω στοιχεία στα οποία παρατηρείται συχνά ανεπάρκεια.
Ασβέστιο: Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, πράσινα λαχανικά όπως σπανάκι (αν και πολύ μικρό ποσοστό είναι απορροφήσιμο) και μπρόκολο, μικρά ψάρια όπως η σαρδέλα και ο γαύρος, που μπορούν να καταναλωθούν με το κόκαλο, αμύγδαλα, όσπρια.
Σίδηρος: Αιμικός (κρέας, συκώτι, πουλερικά, ψάρια και θαλασσινά), μη αιμικός (όσπρια, σκούρα πράσινα λαχανικά, κολοκυθόσπορος)
Μαγνήσιο: Ξηροί καρποί, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, οστρακόδερμα, πράσινα λαχανικά, αρακάς, κακάο.
Ψευδάργυρος: Θαλασσινά, ψάρια, κόκκινο κρέας, δημητριακά ολικής άλεσης, όσπρια, αυγά.
Ιώδιο: Ιωδιούχο αλάτι και τρόφιμα που το περιέχουν, θαλασσινά, ψάρια, οστρακοειδή.
Σελήνιο: Κρέας, ψάρια, θαλασσινά, καρύδια, δημητριακά.
Τσαχουρίδης Στέφανος
Χημικός, MSc,
Υπεύθυνος Ποιοτικού Ελέγχου, Δ/νση Υγιεινής Εγκαταστάσεων & Ασφάλειας Τροφίμων Διαμαντής Μασούτης Α.Ε.



