
Το να μιλάς για την πόλη σου, μοιάζει με ψυχολογικό παιχνίδι. Τι άλλο, όμως, είναι η σχέση μας με τα γενέθλια χώματα ή και τσιμέντα, παρά ένα δυνατό χαρμάνι, γεμάτο άπειρες φωτογραφικές μνήμες, αγάπη, γκρίζες ζώνες, ουράνια τόξα, λύκους και Κοκκινοσκουφίτσες, ζώντες και τεθνεώτες.
Είναι άκρως παρηγορητικό να μιλάς για τον τόπο σου και μου αρέσει πολύ να ακούω τους ανθρώπους να μου αφηγούνται τη μυστική σχέση με την ιδιαίτερη τους πατρίδα.
Σε κάθε επεισόδιο του «Κυριακή στο χωριό ξανά» (ΕΡΤ3) μαζεύω φράσεις, «το χωριό μου για μένα είναι» κι όλοι έχουν να μου πουν κάτι αυθεντικό, δικό τους και βαθύ, με μια συγκίνηση βγαλμένη ώρες και φορές, από τη λαϊκή τέχνη.
Λοιπόν, η Θεσσαλονίκη για μένα είναι...η οδός Ολύμπου από τους Δώδεκα Απόστολους ως την Ροτόντα, από την γέννα μου ως σήμερα που δεν μένω πια εκεί. Περνάω συχνά από το «16» πάντως, μεταξύ Παπαζώλη και Γλάδστωνος, θυμάμαι τον πρώτο μας τηλεφωνικό αριθμό «516177», το πίσω μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας που έβλεπε στις βιοτεχνίες κι έβγαινα πιτσιρικάς κι έπιανα κουβέντα με τα κορίτσια που σιδερώνανε πουκάμισα και γαζώνανε μπλούζες. Την τεράστια βιβλιοθήκη στο παιδικό μου δωμάτιο, τα διαβάσματά μου, τις εξετάσεις, τον Νίκο Γκάλη και το θρυλικό 1987, τις σκανταλιές με τους φίλους, τα ορφανά κι ονειρεμένα γεμιστά της μαμάς μου, τον πρώτο μου έρωτα. Είναι παλιός δρόμος η Ολύμπου, κι έχει κρατήσει τον ιστό της ζωντανό όπως ήταν και πριν από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, την έλεγαν τότε Αριστοτέλους.
Ενώνει δύο συγκλονιστικά μνημεία, την εκκλησία των 12 Αποστόλων με την Ροτόντα του Γαλέριου και διασταυρώνεται με όλες σχεδόν τις κοσμογονικές εξελίξεις που διαπερνούν το DNA της Θεσσαλονίκης. Οι μεγάλες κατεβασιές προς την θάλασσα, Βενιζέλου και Ίωνος Δραγούμη, τα μάρμαρα στο πάρκο της Διοικητηρίου, όπου έμαθε ποδόσφαιρο ο Γιώργος Κούδας και σήμερα είναι απλά μια τρύπα στην γεωγραφία, ένας ακόμα αρχαιολογικός τόπος που χάσκει αδιάφορος, μέσα σε αγριόχορτα, σκουπίδια και σχέδια που δεν υλοποιούνται ποτέ. Το Εργατικό Κέντρο και το μνημείο του Εργάτη, σκληρό ενθύμιο από τον Μάη του 1936. Ο ευγενής άξονας της Αριστοτέλους, από τον Άγιο Δημήτριο ως τον Όλυμπο απέναντι. Ευρωπαϊκός αέρας, Ερνέστο Εμπράρ, βυζαντινή γοητεία, αυτοκίνητα ατάκτως παρκαρισμένα παντού, χριστιανισμός και Δωδεκάθεο.
Κι ο ταπεινός άξονας, από το Μπεζεστένι ως την πλατεία Άθωνος, όπου κάποτε πουλούσανε, λέει ο θρύλος, τα προϊόντα τους οι μοναχοί του Άθω, του Αγίου Όρους. Αν σταθείς πλάι στο άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου και κάνεις μια περιστροφή 360 μοιρών, ατενίζεις το παλίμψηστο της Θεσσαλονίκης: Άνω Πόλη, ο πολιούχος Άγιος Δημήτριος, η παγκόσμια Κόκκινη Εκκλησιά ή Παναγία Χαλκέων, το Μπέη Χαμάμ ή αλλιώς «Λουτρά Παράδεισος», η οδός Ερμού σε παράλληλη στοίχιση με την Τσιμισκή, τη Μητροπόλεως, τη Λεωφόρο Νίκης. Κάθετοι κι οριζόντιοι δρόμοι, κομμένοι θαρρείς με το μαχαίρι, φτιάχνουν αστικά τετράγωνα κομμάτια. Στην αεροφωτογραφία το κέντρο της πόλης μου, μοιάζει σαν ένα μεγάλο ταψί μπακλαβά, με όλο του το σιρόπι.
Και μέσα σ’ αυτόν τον χάρτη, οι άνθρωποι και οι κόποι τους, Χριστιανοί, Εβραίοι, Οθωμανοί, Βαλκάνιοι- οι εθνογραφικές ζυμώσεις αυτής της πόλης είναι κάτι το ασύγκριτο. Από την πρώτη της μέρα, τότε που ο Κάσσανδρος διάλεξε το οικόπεδο κι είπε «εδώ» ως τις μυθικές εποχές που συναγωνιζόταν σε λούσα την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Από την αναγέννησή της μετά την πυρκαγιά του 1917 και τον ερχομό των προσφύγων το 1922 ως την «Συνοικία των Εξοχών» και το σύγχρονο της μούδιασμα. Είναι ένας βιότοπος που φημίζεται για την κυτταρική του γενναιοδωρία κι αυτό το έχει αποτυπώσει καλύτερα απ’ όλους ο Βυζαντινός λόγιος Νικηφόρος Χούμνος, τον 14ο αιώνα: «Κανείς δεν μένει χωρίς πατρίδα, όσο υπάρχει η Θεσσαλονίκη».
Η Θεσσαλονίκη για μένα είναι οι άνθρωποί μου, οι φίλοι μου, αρχαίοι και νέοι, επίμονοι κηπουροί όλοι τους, ο καθένας τους κι ένα «καρδιακό επεισόδιο».
Τα ξενύχτια στην Πλατεία Ναβαρίνου, οι πρώτες μου ταινίες στον κινηματογράφο «Αγγέλικα», η πρώτη τούμπα με το μπλε μου ποδήλατο στον Εύοσμο, οι πασχαλιές της γιαγιάς Χρύσας, τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αλεξάνδρου Σβώλου, η λαϊκή αγορά κάθε Πέμπτη στην Αμισού της Καλαμαριάς, το σχολείο μου στην οδό Ικτίνου, τα παγωτά της Ωραίας, οι κοπάνες στον Τόττη, μια ερωτική εξομολόγηση στον «Θερμαϊκό», οι συναυλίες στον «Μύλο», τα ρεμπέτικα στέκια και οι ξέφρενες νύχτες στα κλαμπ, τα φιλιά στα παγκάκια της Νέας Παραλίας, το μπαράζ του σινεμά κάθε Νοέμβρη στο Φεστιβάλ, οι παραστάσεις του Κρατικού Θεάτρου, η συλλογή Κωστάκη και το MOMus, το Σέιχ Σου, οι θρύλοι και οι μύθοι που ατμίζουν ακόμα στα πεζοδρόμια της, τα τραγούδια του Νίκου Παπάζογλου κι αυτό το «περιφέρομαι ασκόπως» στις γειτονιές της, από την Πολίχνη ως την Τούμπα.
Είναι τα ραδιόφωνα που έχω αφήσει πίσω μου, η ΕΡΤ3 και η διαδρομή μου στην τηλεόραση, η «Παράλλαξη», η «Thessaloniki Walking Tours», ο Θωμάς Κοροβίνης κι όλο το κομψό, λαχταριστό και ανυπέρβλητο λογοτεχνικό της σύμπαν.
Η Θεσσαλονίκη για μένα είναι ένα μεγάλο τραγούδι που ξεκινάει από τον Τσιτσάνη και φτάνει ως το ροκ του μέλλοντός μας με τον Παύλο Παυλίδη, τον Γιάννη Αγγελάκα και τα «παιδιά» τους.
Η Θεσσαλονίκη για μένα είναι γεύση. Τα σμυρνέικα σουτζουκάκια της Ρούλας, τα κουλουράκια του «Νίκου» ανώτερα κι από τις μαντλέν του Προυστ, η αγορά Μοδιάνο δώρο στην πόλη από την ομώνυμη Εβραϊκή οικογένεια και το Καπάνι, μια υποψία πλέον, Ανατολίτικου παζαριού. Είναι ο «Ηρακλής» με τους ξηρούς καρπούς και το «Ραγιάν» με τις ποντιακές νοστιμιές.
Η Θεσσαλονίκη για μένα είναι μια ωραία υπόσχεση, κι ας την ταλαιπωρούμε πολύ με τους εγωισμούς μας. Είναι μια «πόλη μαγική», το νιώθω αυτό όταν σκασμένος από την πραγματικότητα τρέχω στον Θερμαϊκό και χάνομαι ρεμβάζοντας. Μυστικά και ήσυχα.


